- μονοδιάστατο
- tek boyutlu, sığ
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
Ελληνικό – Τουρκικό Λεξικό. 2010.
μονοδιάστατος — η, ο (Μ μονοδιάστατος, ον) αυτός που έχει μόνο μία διάσταση («μονοδιάστατο μέγεθος»). επίρρ... μονοδιάστατα με μονοδιάστατο τρόπο. [ΕΤΥΜΟΛ. < μον(ο) * + διάστατος (< διίσταμαι), πρβλ. πολυ διάστατος] … Dictionary of Greek